Top Definition
Pet name for someone who is cute and cuddly. Term of endearment.
"Doople, the cuteness just radiates from you."
"I love Doople."
από kj321 13 Μάιος 2007
The act of sitting on someone's lap and both pooping into the same toilet.
Jeff: "I have to poop."
Jud: "Me too, want to doople?"
από babyelephants123 10 Σεπτέμβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×