Top Definition
An adjective used to describe someone whom it is acceptable to bring along to the business at hand.
Ben: Is Luke dope to go?
Miles: Naw, you know Luke's never dope to go, he'll just fight with his brother.
από ReverendGadgetBoy 9 Νοέμβριος 2008
6 Words related to Dope to Go

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.