Top Definition
Pronounced doo-baage.
A double massage given by two people, to each other at the same time.
“That monkey spanker gave himself a happy ending after some quality doubage”
από BeChris 23 Μάρτιος 2011
2 Words related to Doubage

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×