Top Definition
The act of shitting on the toilet whilst also wanking
I was so strapped for time this morning that I had to have a doubly, instead of a poo followed by a seperate ham-shank
από DLivi25 19 Οκτώβριος 2011
1 more definition
Twice as much as before, but not as much as triply.
You are doubly awesome!!
από kevinfalala 27 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×