Top Definition
The act of producing urine and/or feces inside of a public dressing room.
"I stopped thrifting with Robert after he got us kicked out of Savers for performing a dressing room boom boom."
από handsoftorgo 10 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×