Top Definition
The feeling of ambition that follows intoxication.
Jeremiah became very Drunxious after drinking his 12 pack of beer.
από Jake Stutsman 28 Νοέμβριος 2007
5 Words related to Drunxious

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×