Top Definition
Refers to a sticky substance that is commonly used to fill or close seams or crevices.

A window or door caulking.

Silicone.
The carpenter used duckumpucky to fill in the cracks after installing the new window.
από ChuckWhitson 28 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Duckumpucky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×