Top Definition
A dude brood, or dude brooding, is defined as when a man (dude) thinks moodily/anxiously or sulks.
"I heard Geoff got dumped by that slut Alicia."

"Yeah, he's having a dude brood session right now."

"What a puss."
από Justin Herbert 10 Απρίλιος 2009
5 Words related to Dude Brood

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.