A hybrid of dukie, and bukkake. When one has explosive diarrhea, and unfortunately makes it just shy of the toilet. Therefore, spraying the walls and/or surroundings.
He crapped on the sink and the closet, too. It was a certain dukkake.
από 2BBaber 1 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×