Top Definition
A move, a comeback, a way of acting, maybe even a sexual position.
1. Man I had some fun dumpster humping that girl.

2. I need a good dumpster hump right now.

3. I haven't dumpster humped in three weeks.

4. I just got dumpster humped!

5. Go dumpster hump yourself, noob!
από Mr.Random 14 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×