Top Definition
Noun; Of, or existing of, both Egyptian and Filipino Origins.
My Mom hails from the Philippines, and my Dad hails from Egypt. So that must make me an Egyptipino.
από CNF 2 Ιούλιος 2008
5 Words related to Egyptipino

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.