Top Definition
A pimp of Egyptian origins. Generally the director of one or more egypt-hos and egyptslutes. Not a socially acceptable profession, especially in devout circles.
I found myself in Cairo, in much need of coital relations. Luckily I was able to happen upon an Egyptopimp peddling his wares.
από Awesomefactory 1 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to Egyptopimp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×