Top Definition
In love, or You like someone alot, maybe you can't stop thinking about them
He is embothed with a girl
από Devon Ayala 15 Ιανουάριος 2006
5 Words related to Embothed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×