Top Definition
To conceal, stow or carry an object in the bra or general breast area.
The wad of ten pound notes were deeply embreasted in her cleavage.
#breasts #cleavage #stash #stow #embrested #buried
από Ojx 15 Ιούλιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×