Top Definition
Dazed, tired, dizzy.
Exhilarated or stupefied by or as if by alcohol; inebriated
Startled
I drank a lot, I am so embroisured.
Whoa, you embroisured me, I was dozing off.
από Corey P. 10 Ιανουάριος 2005
1 Word related to Embroisured

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×