Top Definition
A person who tries to make good things happen, especially trying to create jobs or wealth, but does so in a fashion that is either without permission, illegal, or frowned upon by the authorities.
The guy who set up that guerrilla gardening project is a real Entreprovacateur.
από Timroff 12 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×