Top Definition
When a married man is separated from his wife because he is gay.
Jim became equeered from his wife when he realized he loved butthole pleasures.
#gay #faggot #queer #estranged #poopdick
από Brian & Nick 19 Απρίλιος 2009
5 Words related to Equeered
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×