Top Definition
To laugh uncontrollably hard, to the point that your jaw moves up and down after the laugh ends.
"Dude, I read Vice Dos and DON'Ts and it was so hilarious I erupted."

"My boyfriend used Tickle-Me-Elmo on me during foreplay and it was it so funny I erupted."
από Elmoruption 13 Δεκέμβριος 2009
To say something is mental or crazy
This tidy weekender is erupt as fuck.
από Lanie B 30 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.