Top Definition
The placing of the french delicacy Escargot (snails)on the vaginal region and repeatedly screaming "go go go" in a repulsive french accent.
Adelais lay on her bed with legs wide open, while smoking a cigar and enjoying a self serving of Escargot'go.
από DanielNH 27 Αύγουστος 2008
6 Words related to Escargot'go

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×