Top Definition
Esti, osti, asti.

The most used sacre in the quebeker's (French Canadian) vocabulary. Is also refered to the "osti" in the Christian Church.

May be used as a noun or adjective.
"T ink un esti d'cave"
"Mon esti, jva t'tuer"
από Bob Dole 101 19 Ιούλιος 2003
go see ostie for a more clear definition
toé mon osti!
tabarnak d'osti de calisse!
από soulvacuum 25 Ιανουάριος 2005
Someone who is really salty and likes to indirect a lot.
''Wow shes really being an Esti...''
από spookr 21 Ιούνιος 2016
Estis means great in modern Latin
Caecilius is looking pretty estis today.
That steak was not estis.
από mot2899 28 Δεκέμβριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×