Top Definition

1. Freedom from an obligation: Permission or entitlement not to do something that others are obliged to do.

2. Exempt person or thing: Somebody who or something that is exempt, e.g. income that is not taxed.

1. An exemption from jury duty.
2. A range of tax exemptions.
από Jafje 3 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×