Top Definition
Absoloutley nackered from cracking one out.

or in simple english.

Very, very, tired from having masturbated.

Ian: "I'm well exhaustabated tonight"

Sarah : "Beautiful, cause that's exactly what i wanted to know about you"


Ian: "Whats wrong Sarah?"

Sarah: "Im all exhaustabated out."
από Plant & Murph Co. 10 Μάρτιος 2009
6 Words related to Exhaustabated

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.