Top Definition
n
1) An expensive expansion

2) an exorbitant cost for an extension or expansion

3) Adding to a collection at an extreme cost
"Bob and Carol just added an expension to their home."

"That last book was quite an expension to my collection."
από zber 28 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×