Top Definition
That to which one faps. The object of ones masurbatory desires. noun.
The interweb contains a vast amount of serious fappage.
από IndigoRed 26 Αύγουστος 2007
1 more definition
fappage = one man birds and bees
i explained masturbation euphemisms using childish language
από unknownness 15 Ιούλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×