Top Definition
The act of putting your palm to your face in a moment of stupidity.
"When my mother asked me to explain to her what "the shocker" was, i engaged in the act of facepalmery"
από SarahSnapShot 27 Αύγουστος 2009
5 Words related to Facepalmery

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×