Top Definition
The act of excreting. passing 'waste' or defecating
John: "Lets go Jake,"
Jake: "Sorry John, but I need to faecicate after eating all those dim sims."

Or

Kyle: "After faecication, hands must be washed to remain sanitary."
από Currymuncher14 24 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×