Top Definition
The chance to do something that will inevitably result in failure.
The boss has given me another failportunity to do a project with no budget and a ridiculous deadline.
από Brownwater 2 Μάρτιος 2009
5 Words related to Failportunity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.