Top Definition
1. The act of ceremoniously cutting off your toes.

2. The act of repeatedly licking your feet.

3. An ancient Eskimo religion.
1. "Go falafala yourself, Joey!"

2. "I'm not as into falafalaing as some, so I'm just gonna lick my feet."

3. "So, I hear that your grandfather was a falafala?"
από Pseudonymous Phil 8 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.