Top Definition
adj: drunk

verb: something getting completely destroyed, in honour of the messiest house in Surrey.
"he only had two beers but he was completely falaised"
"went to a party last night, the house ended up totally falaised"
από e312 24 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×