Top Definition
Farnesque is an adjective to describe anything you want, however you want. Usually a compliment.


Language of origin--Bohemian slang of Paris.
Wow man, that turn changer is radically farnesque. you have no idea. it makes my mind farnesquetically implode with thoughts and idioms of farnesticology and farnesticism. wow. farnesque. yeah.
από jimmy scott 3 Οκτώβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×