Top Definition
Fartginity (noun) - The act of farting in front of a significant other in a relationship, thereby losing a sense of dignity and being vulnerable to emotional exposure.
Macy: "Scott dumped me last week, but I never lost my fartginity in front of him."
Ali: "At least he never took that from you!"
από Apple Pie and Bacon 25 Δεκέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×