Top Definition
The term used when a heterosexual male portrays himself as homosexual to "fit-in" to a gay situation, such as a gay-club, or any situation where it would benefit him.
"The four girls dragged him to a gay bar where he arrived fashionably gay."
από scarly-jones 30 Μάιος 2008
4 Words related to Fashionably Gay

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×