Top Definition
Fat girling: when one takes a bag of chips, or any other food item (plate, container, etc) and pours it into their mouth.
"Are you gonna finish those chips?"
"No, you wanna fat girl 'em?"

That is fat girling.
από Jung Woo 9 Ιούνιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.