Top Definition
A person who has gained weight and does not look good after their weight gain.
That girl did not fat-well...I feel bad for her.
από Daydream 20 Φεβρουάριος 2008
6 Words related to Fat-well

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×