Top Definition
Noun \ˈfat-bərg\: A mass of festering food fat mixed with wet wipes and sanitary products found in a sewer system.
"Given we’ve got the biggest sewers and this is the biggest fatberg we’ve encountered, we reckon it has to be the biggest such berg in British history."
#fatburg #fat #berg #burg #toilet #toilets #sewer #sewage
από Dooner P. Jenkins 5 Αύγουστος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×