Top Definition
Feedom means the right to use your powerful friends in Washington to approve your company's dangerous substance for human
consumption and make a fat bonus on the way out the door.
"Donald Rumsfeld had a lot of feedom pushing Aspartame!"
από asdf2012 15 Νοέμβριος 2013
1 more definition
Freedom at a price
If you want to be free then you have to pay fee. That's feedom.
από Ben NCM 20 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×