Top Definition
A higher spirit that lurks over the Shrewborn Crew, often refered to as Fen alone. Word can be used as Noun, Verb, Adjective, Adverb, or Pronoun.
Yo, wanna fen over to the fen party after we smoke the fen cause some fen chicks will be there where we can get our fen on?
από Rob Johnson 10 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×