To manipulate events in such a fashion that the result is favorable to oneself.
"I managed to fenagle an extra day off this weekend by promising Jackson to fill in for him two Saturdays in a row."
από forkbucket 11 Ιούλιος 2009
the act of tickling ones anus
that bitch tried to fenagle me!
από shark bait ho haha 22 Φεβρουάριος 2010
To exaggerate an action. To humiliate.
She fenagled you when she said she your breath stinks.
από Zack dont judge me 3 Σεπτέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×