Top Definition
To manipulate events in such a fashion that the result is favorable to oneself.
"I managed to fenagle an extra day off this weekend by promising Jackson to fill in for him two Saturdays in a row."
από forkbucket 11 Ιούλιος 2009
To exaggerate an action. To humiliate.
She fenagled you when she said she your breath stinks.
από Zack dont judge me 3 Σεπτέμβριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×