Top Definition
The act of currently or in the past dating someone within your fencing club
So Danielle is committing fencest with Bob, seeing as they are both in the same fencing club.
από Zuflueg 21 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Fencest

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×