Top Definition
Adj
1. Used as an intensifier: Fucking, friggin', (God)damn(ed), etc.
2. Fucked up, crazy, idiotic, etc.

Originates in Yiddish.
1.Turn off that ferkakte radio!

2.You had better come up with better ideas. These ones are completely ferkakte.
από OrBZ 29 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×