1) having great emotion towards someone; being passionate towards someone; or loving someone.
2) state of something being fierce or intense.
1)I am fervent for the new girl.
2)His typing skills were fervent.
από Rsd24 14 Δεκέμβριος 2008
it's like alotalot and non-stop and continuous due to passion...
i'm fervent for the things of God
από atlanat 23 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×