Top Definition
Fiefing is a word invented by scene queen Nikita Nightmare. It is when you're chilling/hanging out, but you're doing it in a fierce way.
Person 1: Hey, what's up?
Person 2: Ohh nothing, I'm just fiefing.
Person 1: That's so fierce
από SkullCandy 14 Μάιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×