Top Definition
The act, usually performed by an elderly person, of singing along to a song despite having only heard it for the first time as it plays.
Grandma: "hmmmm mmm mmmmm..."

Bystander: "Sounds like a first time sing-along to me."
από wardy99 30 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×