Top Definition
When someone whispers in another persons ear while fisting there anus!
(Also used as fisped or fispes)
"You need to quiet down in the other room I could hear you fisping from the kitchen!"

"I heard you like to be fisped while being fisted!"

"I heard your a fisper!"
από KeeperOfThePrincessCards 7 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.