Top Definition
flirting plus thinging. without all of the commitment of a realtionship

summer time
april and scott are flingin!
από lubeupthatcar:)) 18 Ιούλιος 2010
1 more definition
"Flingin'" is a word used to describe someone who is "funny looking", in a more subtle manner. The origin of the word can be traced to Shanghai, and first came into use in the late 2000's.
Dude, that chick was flingin'!
από Vomitorium_Br00talizer 15 Μάιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×