Top Definition
Someone who is not gay, but acts like they are.
That Louis Tomlinson sure is flinty.
από 1Dloverrrrrr 3 Μάιος 2012
1 more definition
A person who is not gay but apears to be gay by acting girly.
That guy was flinty at the store.
από Markk. 12 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×