Floing is a term used to define the female cleavage, breasts, or any other term used in that sort.
Kasandra and Joan both have humungous floing.
από Autumn Froyo-Shea 30 Αύγουστος 2011
The act of being a flo.

Being lost in thought/wandering or distant.
Oh my god she's flo-ing again.
από Swisssyjap 23 Αύγουστος 2011
a loose, floppy vagina.
Man, gram's floing dripped on the floor.
από nickispickis 23 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×