Top Definition
1. The act of taking Ibuprophen.

2. An over dose of Ibuprophen.
"Anthea was caught flomming at school"

"Guys, I just flommed."

"Did you see Jason at the party the other night? He was totally flommed up beyond belief."
από Mulangirl 4 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.