Top Definition
1. Sometimes the certain spots or areas on the floor squeaks, by walking, stepping or standing.

2. Slang for farting while walking on hard floors while inside the house.
1. My floor in the kitchen squeaks by the kitchen sink.

2. My girlfriend farted while she was walking down the hall at the same time and she said, The floor squeaked.
από JayEssBee85 19 Δεκέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×