Top Definition
The male reproductive organ in the relaxed state.
I played with my floppy doppy to get it hard.
από Dingo 25 Φεβρουάριος 2003
5 Words related to Floppy Doppy
an intoxicated person who risks breaking anything in one's household
OMG, that Floppy Doppy just fell through my glass table!
#drunk #intoxicated #stupid #idiot #belligerent
από Cocahcola 28 Δεκέμβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×